σαρρακηνιίδες

οι, Ν [σαρρακηνία]
βοτ. οικογένεια πολυετών αγγειόσπερμων δικότυλων ποωδών φυτών τής ανατολικής Βόρειας Αμερικής με χαρακτηριστικό γένος την σαρρακηνία, και με άλλα δύο γένη, την δαρλινγκτονία και την ηλιαμφόρα.

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.